ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα αποτελεί, διαχρονικά, έναν από τους πιο ευαίσθητους και ταυτόχρονα βάναυσα κακοποιημένους θεσμούς του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Αντί να αντιμετωπίζεται ως το πρωταρχικό κύτταρο άμεσης δημοκρατίας, εγγύτητας στον πολίτη και κοινωνικής συνοχής, αντιμετωπίζεται πάγια από την εκάστοτε κεντρική εκτελεστική εξουσία ως ένας προνομιακός χώρος κομματικής καταγραφής, πελατειών δικτύων και άντλησης πολιτικής επιρροής.
Το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για την επίτευξη αυτής της χειραγώγησης δεν είναι άλλο από τον εκλογικό νόμο. Η διαρκής μετάλλαξη των κανόνων με τους οποίους εκλέγονται οι δημοτικές και
περιφερειακές αρχές δεν ανταποκρίνεται σε καμία ώριμη κοινωνική ή θεσμική ανάγκη για καλύτερη κυβερνησιμότητα ή βαθύτερη αντιπροσώπευση. Αντίθετα, αποτελεί το προϊόν ψυχρών, μικροκομματικών υπολογισμών στο εργαστήριο της εκάστοτε κυβέρνησης, με μοναδικό στόχο τη διάσωση των κομματικών της ερεισμάτων στην επαρχία και την ανάσχεση των κυμάτων λαϊκής δυσαρέσκειας.Η έντονη συζήτηση που διεξάγεται το τελευταίο διάστημα, με αφορμή τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες για την εισαγωγή ενός νέου εκλογικού συστήματος και την πλήρη υιοθέτησή του από την πλειοψηφούσα παράταξη της ΚΕΔΕ υπό τον Λάζαρο Κυρίζογλου, αποτελεί την κορύφωση αυτής της μεθοδικής αποδόμησης της αυτοδιοικητικής αυτονομίας. Για να κατανοήσουμε, όμως, το μέγεθος της σημερινής εκτροπής και της επιχειρούμενης συνταγματικής ακροβασίας, είναι απαραίτητο να ανατομήσουμε το πρόσφατο παρελθόν. Η κατανόηση του πώς φτάσαμε στο σημερινό σημείο περνά μέσα από την εξέταση του προηγούμενου εκλογικού νόμου, ο οποίος ψηφίστηκε επίσης από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, και των όσων αυτός προκάλεσε στο αυτοδιοικητικό τοπίο.
ΕΝΟΤΗΤΑ 1: Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Ο προηγούμενος εκλογικός νόμος, με τον οποίο διεξήχθησαν οι αυτοδιοικητικές εκλογές, σχεδιάστηκε με έναν πολύ συγκεκριμένο ιδεολογικό και πρακτικό προσανατολισμό: την πλήρη ανατροπή της απλής αναλογικής που είχε εισαγάγει η προηγούμενη κυβέρνηση και την αντικατάστασή της από ένα σύστημα υπερ-ενισχυμένης πλειοψηφίας, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των εν ενεργεία δημάρχων.
Το νομοθέτημα εκείνο στηρίχθηκε πάνω σε τρεις κεντρικούς πυλώνες, οι οποίοι αλλοίωσαν ριζικά τον χαρακτήρα της εκλογικής διαδικασίας:
α) Η πτώση του ορίου εκλογής στο 43%
Η πρώτη και πιο εμβληματική παρέμβαση ήταν η μείωση του ορίου για την εκλογή δημάρχου ή περιφερειάρχη από τον πρώτο γύρο. Το ιστορικό και λογικό όριο του 50% + 1 ψήφος, το οποίο διασφάλιζε ότι η πλειοψηφία των πολιτών μιας τοπικής κοινωνίας εγκρίνει τη νέα διοίκηση, υποβαθμίστηκε αυθαίρετα στο 43%. Η υποχώρηση αυτή δεν είχε κανένα επιστημονικό ή θεσμικό έρεισμα. Ήταν μια καθαρά αριθμητική διευκόλυνση, προκειμένου να αποφευχθεί ο σκόπελος της δεύτερης Κυριακής για συνδυασμούς που διέθεταν μια ισχυρή, αλλά σαρώσιμη μειοψηφία.
β) Η γιγάντωση των ψηφοδελτίων (Το όριο του +150%)
Ο δεύτερος πυλώνας αφορούσε τον μέγιστο δυνατό αριθμό των υποψηφίων δημοτικών και κοινοτικών συμβούλων που μπορούσε να συμπεριλάβει ένας συνδυασμός. Ενώ στο παρελθόν το όριο αυτό ανερχόταν στο +50% επί των εδρών της εκλογικής περιφέρειας, ο νόμος το εκτίναξε στο θηριώδες +150%. Αυτό σήμαινε πρακτικά ότι για μια πόλη με συγκεκριμένο αριθμό εδρών, ένας συνδυασμός μπορούσε –και εξαναγκαζόταν εκ των πραγμάτων– να στρατολογήσει εκατοντάδες υποψηφίους. Τα ψηφοδέλτια μετατράπηκαν σε πολυσέλιδα «σεντόνια» και οι συνδυασμοί σε μηχανισμούς μαζικής συλλογής ψήφων μέσω συγγενικών και φιλικών δικτύων.
γ) Το ενιαίο ψηφοδέλτιο κοινοτικών και δημοτικών συμβούλων
Η τρίτη καθοριστική αλλαγή ήταν η κατάργηση της ανεξαρτησίας των κοινοτικών καλπών. Μέχρι τότε, τα ψηφοδέλτια των κοινοτικών συμβουλίων μπορούσαν να είναι αυτόνομα, επιτρέποντας στις τοπικές κοινωνίες των χωριών και των περιφερειακών ενοτήτων να εκλέγουν τους εκπροσώπους τους με βάση την εντοπιότητα και την προσφορά, μακριά από τις κεντρικές δημαρχιακές κόντρες. Ο νόμος επέβαλε την υποχρεωτική ενσωμάτωση των κοινοτικών υποψηφίων στο ενιαίο ψηφοδέλτιο του υποψήφιου δημάρχου. Με τον τρόπο αυτό, η κοινότητα έχασε την αυτοτελή φωνή της και μετατράπηκε σε δεξαμενή άντλησης σταυρών για τον κεντρικό δημαρχιακό μηχανισμό.
ΕΝΟΤΗΤΑ 2: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ «ΦΟΡΤΩΣΗΣ» ΤΩΝ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΙΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΡΧΩΝ
Η σύζευξη αυτών των τριών χαρακτηριστικών δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτελούσε μια άκρως μελετημένη στρατηγική. Ο αποκλειστικός σκοπός αυτού του εκλογικού πλαισίου ήταν η απροκάλυπτη πριμοδότηση των εν ενεργεία δημάρχων και περιφερειαρχών (των "incumbents"), οι οποίοι στην πλειονότητά τους ανήκαν ή ήταν φιλικά προσκείμενοι στην κυβερνητική παράταξη.
Η λειτουργία του συστήματος βασίστηκε σε μια απλή πολιτική εξίσωση: κατά τεκμήριο, μόνο η απερχόμενη δημοτική ή περιφερειακή αρχή, έχοντας στα χέρια της τα κλειδιά της διοίκησης, την πρόσβαση σε πόρους, τις απευθείας αναθέσεις, τις προσλήψεις ορισμένου χρόνου και την καθημερινή επαφή με τα πελατειακά δίκτυα, είχε την αντικειμενική δυνατότητα να συγκροτήσει αυτούς τους θηριώδεις συνδυασμούς του +150%.
Για μια νέα, ανεξάρτητη ή αντιπολιτευόμενη παράταξη, η εύρεση εκατοντάδων υποψηφίων που θα δέχονταν να εκτεθούν, να ξοδέψουν χρήματα και να αντιμετωπίσουν τον διοικητικό μηχανισμό ήταν ένας άθλος σχεδόν ακατόρθωτος. Έτσι, ο νόμος δημιούργησε εξ αρχής ένα πεδίο ανισότιμου ανταγωνισμού.
Οι εν ενεργεία δήμαρχοι «φόρτωσαν» τα ψηφοδέλτιά τους με κάθε πιθανό υποψήφιο –από τοπικούς παράγοντες μέχρι δημοφιλείς επαγγελματίες και συγγενείς αυτών– μετατρέποντας την εκλογική διαδικασία σε μια γιγαντιαία επιχείρηση οικογενειακής και κοινωνικής υποχρέωσης. Κάθε υποψήφιος, στην προσπάθειά του να εκλεγεί ή να καταγράψει μια αξιοπρεπή παρουσία, κινητοποιούσε τον δικό του στενό κύκλο. Το άθροισμα αυτών των επιμέρους προσωπικών δικτύων, σε συνδυασμό με τη μείωση του πήχη στο 43%, λειτούργησε ως το απόλυτο «όπλο» για την υφαρπαγή της νίκης από την πρώτη Κυριακή.
Η κυβέρνηση, με πλήρη επίγνωση των κοινωνικών διεργασιών, έδωσε στους εκλεκτούς της το κατάλληλο εργαλείο, λέγοντάς τους ουσιαστικά: «Αξιοποιήστε τη δύναμη της εξουσίας σας, γεμίστε τα ψηφοδέλτια, μαζέψτε τις ψήφους με κάθε μέσο και τελειώστε την εκλογή από την πρώτη Κυριακή, διότι αν το παιχνίδι οδηγηθεί στη δεύτερη, η τύχη σας είναι προδιαγεγραμμένη».
ΕΝΟΤΗΤΑ 3: ΤΟ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ: ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΧΑΝΟΥΝ ΣΤΟΝ Β' ΓΥΡΟ
Η εμμονή της κυβέρνησης και των δημάρχων να αποφύγουν πάση θυσία τον δεύτερο γύρο εδράζεται σε μια βαθιά εδραιωμένη πολιτική και ψυχολογική πραγματικότητα, η οποία έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα στην ιστορία των αυτοδιοικητικών αναμετρήσεων στην Ελλάδα: ο εν ενεργεία δήμαρχος ή περιφερειάρχης που δεν καταφέρνει να εκλεγεί από την πρώτη Κυριακή, σχεδόν πάντα χάνει τις εκλογές στη δεύτερη.
Το φαινόμενο αυτό εξηγείται μέσα από δύο βασικούς παράγοντες:
Η δυναμική της αντισυσπείρωσης
Κατά την προεκλογική περίοδο, όλες οι αντιπολιτευόμενες παρατάξεις αναπτύσσουν, όπως είναι φυσικό, μια έντονα επικριτική ρητορική απέναντι στα πεπραγμένα της απερχόμενης διοίκησης. Καταγγέλλουν την κακοδιαχείριση, την εγκατάλειψη των υποδομών, την αλαζονεία της εξουσίας και την έλλειψη οράματος. Αυτή η ρητορική, παρά τις επιμέρους διαφορές των παρατάξεων της αντιπολίτευσης, δημιουργεί ένα κοινό, συμπαγές αντι-δημαρχιακό μέτωπο στη βάση των ψηφοφόρων.
Όταν το αποτέλεσμα της πρώτης Κυριακής δείξει ότι η πλειοψηφία των πολιτών (π.χ. το 55% ή 57%) καταψήφισε τον εν ενεργεία δήμαρχο, η ψυχολογία της κοινής γνώμης αλλάζει ακαριαία. Η ρητορική της κριτικής λειτουργεί πλέον με κεκτημένη ταχύτητα κατά τη διάρκεια της μεσολαβούσας εβδομάδας. Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των ηττημένων της πρώτης Κυριακής θολώνουν και οι ψηφοφόροι τους συσπειρώνονται με γεωμετρική πρόοδο γύρω από τον μοναδικό εναπομείναντα ανταγωνιστή του δημάρχου, με μοναδικό κίνητρο την αλλαγή της διοίκησης.
Η εξόφληση των κοινωνικών «υποχρεώσεων»
Ο δεύτερος, πιο πεζός αλλά εξαιρετικά καθοριστικός λόγος, σχετίζεται με τη φύση της σταυροδοσίας στην επαρχία. Πολλοί ψηφοφόροι αισθάνονται την ανάγκη ή την υποχρέωση να στηρίξουν συγκεκριμένους υποψηφίους της απερχόμενης δημοτικής αρχής –έναν αντιδήμαρχο που τους εξυπηρέτησε, έναν σύμβουλο που υποσχέθηκε μια παρέμβαση, έναν συγγενή που συμπεριλήφθηκε στο ψηφοδέλτιο. Αυτές οι «υποχρεώσεις» εξοφλούνται ολοκληρωτικά και συνειδητά στον πρώτο γύρο.
Μόλις ο υποψήφιος της αρεσκείας τους εκλεγεί ή αποτύχει την πρώτη Κυριακή, ο ψηφοφόρος απελευθερώνεται από το ψυχολογικό και κοινωνικό αυτό βάρος. Στον δεύτερο γύρο, όπου δεν υπάρχουν σταυροί προτίμησης παρά μόνο το ψηφοδέλτιο του επικεφαλής, ο πολίτης είτε επιλέγει να απέχει, θεωρώντας ότι έκανε το καθήκον του, είτε προσέρχεται στην κάλπη απόλυτα ελεύθερος, ψηφίζοντας με αμιγώς πολιτικά ή τιμωρητικά κριτήρια κατά της δημαρχιακής αυθεντίας.
ΕΝΟΤΗΤΑ 4: ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΑΝ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ: ΧΑΛΚΙΔΑ, ΑΘΗΝΑ, ΘΕΣΣΑΛΙΑ
Η θεωρητική αυτή ανάλυση βρήκε την πλήρη και απόλυτη δικαίωσή της στην πράξη κατά την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση, προσφέροντας στο πολιτικό σκηνικό μερικά από τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα της λειτουργίας του συστήματος.
+-----------------------------------------------------------------------+
| ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ |
+--------------------------+--------------------+-----------------------+
| Περιοχή / Υποψήφιος | Ποσοστό Α' Γύρου | Αποτέλεσμα Β' Γύρου |
+--------------------------+--------------------+-----------------------+
| Δήμος Χαλκιδέων | | |
| - Έλενα Βάκα | 43,17% | Εξελέγη από τον Α' |
+--------------------------+--------------------+-----------------------+
| Δήμος Αθηναίων | | |
| - Κώστας Μπακογιάννης | 41,35% | Ήττα από Χ. Δούκα |
+--------------------------+--------------------+-----------------------+
| Περιφέρεια Θεσσαλίας | | |
| - Κώστας Αγοραστός | 41,37% | Ήττα από Δ. Κουρέτα |
+--------------------------+--------------------+-----------------------+
Στον Δήμο Χαλκιδέων, η περίπτωση της Έλενας Βάκα αποτελεί το κλασικό παράδειγμα της «διάσωσης» μέσω του ορίου του 43%. Η απερχόμενη δήμαρχος, αξιοποιώντας στο έπακρο τη δυναμική ενός υπερ-πολυάριθμου ψηφοδελτίου, κατάφερε να συγκεντρώσει το 43,17% των ψήφων από την πρώτη Κυριακή. Για μόλις λίγες εκατοντάδες ψήφους πάνω από τον τεχνητό πήχη του νόμου, η παράταξή της εξασφάλισε την επανεκλογή της και την απόλυτη πλειοψηφία στο δημοτικό συμβούλιο. Αν το όριο είχε παραμείνει στο παραδοσιακό 50% + 1, η Έλενα Βάκα θα είχε οδηγηθεί σε δεύτερο γύρο, αντιμετωπίζοντας το σύνολο της συσπειρωμένης αντιπολίτευσης, με το αποτέλεσμα να είναι τουλάχιστον αμφίρροπο, αν όχι προδιαγεγραμμένο εις βάρος της.
Στον αντίποδα, η πολιτική μοίρα του Κώστα Μπακογιάννη στον Δήμο Αθηναίων και του Κώστα Αγοραστού στην Περιφέρεια Θεσσαλίας απέδειξε τι συμβαίνει όταν το κυβερνητικό σωσίβιο του 43% αποτυγχάνει για ελάχιστες μονάδες.
Ο Κώστας Μπακογιάννης έλαβε στον πρώτο γύρο το 41,35%, ενώ ο Κώστας Αγοραστός, βαλλόμενος από τις καταστροφικές πλημμύρες, συγκέντρωσε το 41,37%. Και οι δύο πλησίασαν το χρυσό όριο, αλλά δεν το άγγιξαν. Η αναγκαστική προσφυγή στη δεύτερη Κυριακή ενεργοποίησε ακαριαία τα αντανακλαστικά της κοινωνίας. Η μεν Αθήνα συσπειρώθηκε γύρω από τον Χάρη Δούκα, η δε Θεσσαλία γύρω από τον Δημήτρη Κουρέτα. Μέσα σε επτά ημέρες, η συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος που είχε καταψηφίσει τις εν ενεργεία αρχές στον πρώτο γύρο μετατράπηκε σε ένα ορμητικό ποτάμι ανατροπής, οδηγώντας σε μια παταγώδη και ιστορική ήττα τους κυβερνητικούς εκλεκτούς.
ΕΝΟΤΗΤΑ 5: Η ΝΕΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΝΤΑ ΤΗΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΨΗΦΟΥ
Τα παθήματα της Αθήνας και της Θεσσαλίας θορύβησαν έντονα το κυβερνητικό επιτελείο. Διαπιστώνοντας ότι ακόμα και το όριο του 43% ενέχει ρίσκα, αν η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι μεγάλη, η ίδια κυβέρνηση έρχεται τώρα να τροποποιήσει τον δικό της νόμο. Στόχος αυτή τη φορά δεν είναι απλώς το χαμήλωμα του πήχη, αλλά η ολοκληρωτική εξάλειψη του κινδύνου της δεύτερης Κυριακής.
Το νέο σύστημα, το οποίο παρουσιάστηκε αιφνιδιαστικά, εισάγει στην ελληνική αυτοδιοικητική πραγματικότητα τον θεσμό της εναλλακτικής ή επικουρικής ψήφου (Alternative Voting / Instant-Runoff). Η κυβερνητική επιχειρηματολογία ισχυρίζεται υποκριτικά ότι δεν καταργεί τον δεύτερο γύρο, αλλά αντιθέτως τον «ενσωματώνει» στον πρώτο, εξοικονομώντας πόρους και αποφεύγοντας την ταλαιπωρία των πολιτών.
Σύμφωνα με το προτεινόμενο σύστημα, ο ψηφοφόρος, κατά την προσέλευσή του στην κάλπη, δεν επιλέγει μόνο έναν συνδυασμό. Έχει τη δυνατότητα –αν το επιθυμεί– να σημειώσει στο ψηφοδέλτιο και μια δεύτερη επιλογή, δηλώνοντας ποια παράταξη προτιμά σε περίπτωση που η πρώτη του επιλογή δεν καταφέρει να περάσει στις δύο πρώτες θέσεις.
Αν κανένας συνδυασμός δεν συγκεντρώσει το απαιτούμενο ποσοστό για απευθείας εκλογή με την πρώτη καταμέτρηση των κύριων ψήφων, τότε το σύστημα δεν παραπέμπει την εκλογή σε επαναληπτικό γύρο την επόμενη Κυριακή. Αντίθετα, ξεκινά μια εσωτερική, αυτοματοποιημένη διαδικασία αναδιανομής των ψήφων των αποκλεισμένων συνδυασμών, με βάση τις δεύτερες προτιμήσεις που σημείωσαν οι πολίτες. Με τον τρόπο αυτό, η εκλογή ολοκληρώνεται σε μία και μοναδική ημέρα, και ο δήμαρχος αναδεικνύεται μέσα από έναν ψηφιακό λογιστικό αλγόριθμο.
ΕΝΟΤΗΤΑ 6: Ο «ΠΟΝΗΡΟΣ ΛΑΚΚΟΣ» ΤΗΣ ΦΑΒΑΣ: Η ΑΝΙΣΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Πίσω όμως από το προπέτασμα καπνού του δήθεν εκσυγχρονισμού και της θεσμικής καινοτομίας, κρύβεται ένας εξαιρετικά πονηρός και δημοκρατικά επικίνδυνος λάκκος. Η προτεινόμενη διαδικασία καταμέτρησης και αξιοποίησης της εναλλακτικής ψήφου εισάγει μια πρωφανή, δομική ανισότητα, η οποία πλήττει βάναυσα τον πυρήνα των συνταγματικών μας αρχών.
Ο «πονηρός λάκκος» έγκειται στο εξής: η δεύτερη επιλογή των ψηφοφόρων δεν θα καταμετρηθεί για το σύνολο του εκλογικού σώματος, αλλά αποκλειστικά και μόνο για όσους ψήφησαν τους επιλαχόντες, μικρότερους συνδυασμούς.
Δηλαδή, οι εναλλακτικές ψήφοι των πολιτών που επέλεξαν ως πρώτη κουκκίδα τον πρώτο ή τον δεύτερο συνδυασμό της κύριας ψηφοφορίας εξαιρούνται πλήρως και πετιούνται στον κάλαθο των αχρήστων. Δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη στη μαθηματική εξίσωση της αναδιανομής.
Ας μεταφέρουμε αυτή την πατέντα στο συγκεκριμένο παράδειγμα του Δήμου Χαλκιδέων, εφαρμόζοντας τη συλλογιστική της προηγούμενης αναμέτρησης για να γίνει απολύτως κατανοητό το μέγεθος του παραλόγου.
Αν με το νέο σύστημα κανένας συνδυασμός δεν έπιανε το όριο εκλογής, και η Έλενα Βάκα με τον δεύτερο συνδυασμό οδηγούνταν στην αυτοματοποιημένη αναδιανομή, οι δεύτερες επιλογές των δικών τους ψηφοφόρων (που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος) θα παρέμεναν ερμητικά κλειστές και ανενεργές. Το τελικό αποτέλεσμα και η ανάδειξη της δημοτικής αρχής θα κρινόταν αποκλειστικά από τις δεύτερες επιλογές των συνδυασμών της Άννας Παππά και της Γρανέτας Τσιβίκα, οι οποίες άθροιζαν μαζί ένα ποσοστό της τάξης του 16,32%.
Ακόμα όμως και από αυτό το 16,32%, είναι βέβαιο και πολιτικά αναμενόμενο ότι ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων δεν θα είχε κάνει χρήση της προαιρετικής εναλλακτικής ψήφου, είτε από άγνοια, είτε από συνειδητή άρνηση να στηρίξει οποιονδήποτε από τους δύο πρώτους. Αν υποθέσουμε ότι οι μισοί από αυτούς αξιοποιούσαν την επικουρική τους ψήφο, τότε η τελική νομιμοποίηση της νέας δημοτικής αρχής, σε μια διαδικασία που υποτίθεται ότι υποκαθιστά τον δεύτερο γύρο, θα κρινόταν από μια ισχνή μειοψηφία ψηφοφόρων που θα αριθμούσε το πολύ το 8% του συνολικού εκλογικού σώματος.
Η Συνταγματική Εκτροπή
Αυτή η μεθοδολογία παραβιάζει ευθέως το Άρθρο 51, παράγραφος 3 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ισότητα της ψήφου.
Σε μια δημοκρατική εκλογική διαδικασία, η ψήφος κάθε πολίτη πρέπει να έχει ακριβώς το ίδιο βάρος και την ίδια ισχύ. Με την κυβερνητική πατέντα, δημιουργούνται ψηφοφόροι δύο ταχυτήτων: εκείνοι των μικρότερων συνδυασμών των οποίων η εναλλακτική ψήφος ενεργοποιείται και καθορίζει το αποτέλεσμα, και εκείνοι των δύο πρώτων συνδυασμών των οποίων η εναλλακτική ψήφος εκμηδενίζεται.
Η αλλοίωση αυτή συνιστά μια πρωτοφανή διαστροφή της λαϊκής ετυμηγορίας, καθιστώντας τον νόμο βαθύτατα αντισυνταγματικό.
ΕΝΟΤΗΤΑ 7: ΤΟ ΚΙΝΗΤΡΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΤΟΥ 2028
Γιατί όμως η κυβέρνηση επιλέγει να τραβήξει το σχοινί στα άκρα, ρισκάροντας μια βαριά συνταγματική ήττα στα ανώτατα δικαστήρια και την καθολική κατακραυγή της νομικής κοινότητας; Η απάντηση κρύβεται στην αγωνιώδη προσπάθεια προστασίας των εν ενεργεία δημάρχων της από μια πολύ συγκεκριμένη, «επικίνδυνη» συμπεριφορά του εκλογικού σώματος.
Στην καθημερινότητα της ελληνικής περιφέρειας, η ψήφος συχνά καθορίζεται από την ανάγκη διευθέτησης τοπικών και προσωπικών εκκρεμοτήτων. Ένας ψηφοφόρος μπορεί να επιλέξει να ρίξει την κύρια ψήφο του στον εν ενεργεία δήμαρχο, προκειμένου να στηρίξει και να σταυροδοτήσει συγκεκριμένους αντιδημάρχους από τους οποίους έλαβε ή προσδοκά κάποια εξυπηρέτηση («ρουσφέτι»).
Ωστόσο, ο ίδιος ψηφοφόρος, στο βάθος της συνείδησής του, μπορεί να αναγνωρίζει ότι η παρούσα δημοτική αρχή είναι ανεπαρκής και ότι η πόλη του χρειάζεται μια πραγματική, δομική αλλαγή την οποία εγγυάται ο ισχυρός αντιπολιτευόμενος συνδυασμός.
Αν η εναλλακτική ψήφος ίσχυε ισότιμα για όλους, αυτός ο πολίτης θα είχε τη δυνατότητα να πράξει το εξής: να δώσει την κύρια ψήφο του στον δήμαρχο για λόγους «υποχρέωσης», αλλά να ρίξει την εναλλακτική του ψήφο στον αντίπαλο συνδυασμό. Με τον τρόπο αυτό, θα είχε τη συνείδησή του ήσυχη ότι εξόφλησε το κοινωνικό του χρέος, αλλά ταυτόχρονα έδωσε τη δύναμη στον άνθρωπο που πραγματικά θεωρεί ικανό να διοικήσει την πόλη.
Μια τέτοια συμπεριφορά, αν γενικευόταν, θα οδηγούσε σε μια μαζική, εσωτερική μεταφορά ψήφων από τον πρώτο προς τον δεύτερο συνδυασμό, προκαλώντας την κατάρρευση των κυβερνητικών δημάρχων μέσα από την ίδια την κάλπη της πρώτης Κυριακής. Εξαιρώντας τις εναλλακτικές ψήφους των δύο πρώτων, η κυβέρνηση κλείνει ερμητικά αυτή την «κερκόπορτα» και προστατεύει τους εκλεκτούς της από την ελεύθερη, μη ελεγχόμενη βούληση των ίδιων των ψηφοφόρων τους.
Αυτή η μεθόδευση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο πλήρους κομματικοποίησης των δημοτικών εκλογών, οι οποίες είναι προγραμματισμένες για τον Νοέμβριο του 2028. Η χρονική συγκυρία είναι κρίσιμη: των αυτοδιοικητικών εκλογών θα έχει προηγηθεί μια μακρά, εξαιρετικά πολωμένη και φθοροποιός προεκλογική περίοδος σε εθνικό επίπεδο για τις βουλευτικές εκλογές.
Το κυβερνών κόμμα, διατηρώντας ένα συμπαγές αλλά μειοψηφικό στην κοινωνία εκλογικό ποσοστό της τάξης του 30%, γνωρίζει ότι σε ένα περιβάλλον όπου το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα είναι κατακερματισμένο σε μικρά κομματικά τιμάρια, το 30% είναι υπεραρκετό για να αλώσει τους Δήμους και τις Περιφέρειες, αρκεί να μην υπάρχει ο κίνδυνος της δεύτερης Κυριακής που ενώνει τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης.
ΕΝΟΤΗΤΑ 8: Η ΣΥΝΕΝΟΧΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΕΔΕ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ
Απέναντι σε αυτή την απροκάλυπτη εργαλειοποίηση και τον θεσμικό ακρωτηριασμό της αυτοδιοίκησης, η στάση της ηγεσίας της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) αποτελεί μια μαύρη σελίδα στην ιστορία του θεσμού. Η πλειοψηφούσα παράταξη υπό τον Λάζαρο Κυρίζογλου όχι μόνο δεν αντιδρά, όχι μόνο δεν ξεσηκώνεται για την κατάργηση της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά συμπράττει και χειροκροτεί με προκλητικό τρόπο.
Η εξήγηση αυτής της στάσης είναι απλή και κυνική: το προτεινόμενο σύστημα συμφέρει απόλυτα την παρούσα πλειοψηφία της ΚΕΔΕ. Η διοίκηση της Ένωσης αποτελείται στην πλειονότητά της από εν ενεργεία δημάρχους που πρόσκεινται στο κυβερνών κόμμα. Η πολιτική τους επιβίωση είναι ταυτισμένη με την επιβίωση του κυβερνητικού σχεδιασμού. Έτσι, θυσιάζουν τη θεσμική αξιοπρέπεια της αυτοδιοίκησης στον βωμό της διατήρησης των καρεκλών τους.
Όσα αναμασώνται και επαναλαμβάνονται με περισσή υποκρισία σε κάθε συνέδριο της ΚΕΔΕ –στη Ρόδο, στην Αθήνα ή οπουδήποτε αλλού– περί δήθεν «διοικητικής αυτοτέλειας», περί «οικονομικής ανεξαρτησίας από το κεντρικό κράτος», περί σεβασμού του «Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας» και του ευρωπαϊκού κεκτημένου, αποδεικνύονται κενά περιεχομένου. Είναι απλώς πυροτεχνήματα για την εγχώρια κατανάλωση. Στην πράξη, η Τοπική Αυτοδιοίκηση αντιμετωπίζεται από την ίδια της την ηγεσία ως μια ταπεινή θεραπαινίδα της εκτελεστικής εξουσίας, έτοιμη να δεχτεί κάθε είδους νομοθετική κακοποίηση, αρκεί να διασφαλίζονται τα προνόμια των εκλεγμένων της.
Αυτή η ωμή παρέμβαση στον εσωτερικό πυρήνα της αυτοδιοίκησης επιφέρει ένα βαθύ, σχεδόν μη αναστρέψιμο θεσμικό τραύμα. Όταν η εκλογή των οργάνων μιας πόλης δεν αντανακλά την πραγματική βούληση της πλειοψηφίας των κατοίκων της, αλλά είναι το προϊόν ενός παραμορφωτικού καθρέφτη που κατασκευάστηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών, τότε πλήττεται η ίδια η νομιμοποίηση των δημοτικών αρχών. Ο δήμαρχος μετατρέπεται από ηγέτη της τοπικής κοινωνίας σε έναν διορισμένο κομματικό τοποτηρητή.
Από όλη αυτή την ανάλυση ξεπροβάλλει πλέον ως αναντίρρητη, επιτακτική ανάγκη η συγκρότηση ενός μεγάλου θεσμικού και κοινωνικού μετώπου ανατροπής.
Πρώτον, η συγκεκριμένη πρόταση νόμου πρέπει να καταψηφιστεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο στη σημερινή Βουλή, απογυμνωμένη από κάθε πρόσχημα εκσυγχρονισμού.
Δεύτερον, και σημαντικότερο, απαιτείται εδώ και τώρα μια ρητή, δημόσια και δεσμευτική συμφωνία από το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Πρέπει να υπάρξει ξεκάθαρη δέσμευση ότι η κατάργηση αυτού του εκτρωματικού νόμου και η επαναφορά ενός δίκαιου, σταθερού και συνταγματικά συμβατού εκλογικού συστήματος θα αποτελέσει την πρώτη, άμεση προτεραιότητα της νέας Βουλής συνεργασίας ή ανοχής που θα προκύψει από τις επόμενες ή μεθεπόμενες εθνικές εκλογές.
Η Τοπική Δημοκρατία δεν μπορεί να είναι το πεδίο πειραμάτων κανενός κομματικού επιτελείου. Η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και ο σεβασμός στην ψήφο του κάθε πολίτη, είτε αυτός βρίσκεται στη Χαλκίδα είτε στην πιο απομακρυσμένη κοινότητα της χώρας, είναι μια μάχη που αφορά το μέλλον της ίδιας της δημοκρατίας μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου