Ο μέχρι πρότινος πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Αντώνης Σπυρόπουλος είναι ο νέος Δήμαρχος του Δήμου Διρφύων - Μεσσαπίων, στη θέση του αείμνηστου Γιώργου Ψαθά (στη φωτογραφία ο πρώην και ο νυν Δήμαρχος).
Ο Αντώνης Σπυρόπουλος επικράτησε κατά κράτος στην μυστική ψηφοφορία των μελών του συνδυασμού, που πραγματοποιήθηκε σήμερα Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου, το απόγευμα.
Εκλέχθηκε Δήμαρχος, χωρίς καν να χρειαστεί δεύτερη ψηφοφορία, με 8 ψήφους, έναντι 5 του Δήμου Βαλαή (αναπληρωτή Δήμαρχου στο προηγούμενο Δημαρχιακό σχήμα) και μίας ψήφου του Παναγιώτη Ματράκα (αντιδήμαρχου Οικονομικών).
Μεγάλην εξέφρασεν έκπληξιν η γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ, ιδούσα τη ημέρα των Χριστουγέννων του 1878, την θειά-Αχτίτσα, φορούσαν καινουργή μανδήλαν, και τον Γέρο και την Πατρώνα με καθαρά υποκαμισάκια και με νέα πέδιλα. Τούτο δε διότι ήτο γνωστότατον, ότι η θειά-Αχτίτσα
Είναι δεν είναι δέκα ετών. Τη λένε Ασημίνα. Τα κατάμαυρα ίσια μαλλιά της η Ασημίνα τα έχει πάντα αχτένιστα. Της τα κατάμαυρα, στιλπνά, τα αετίσια μάτια της σε καρφώνουν με μια σπάνια για την ηλικία της ωριμότητα. Φοράει μακριά, λουλουδάτη φούστα με φραμπαλάδες και στραβοπατημένα παλιά παπούτσια που περισσεύουν από τα λιγνά ποδαράκια της.
Ο όρος «Άνθος του Γιαλού» αναφέρεται κυρίως στο ομώνυμο αριστουργηματικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που δημοσιεύτηκε το 1906. Ο κεντρικός ήρωας, ο Μάνος, ένας νεαρός ψαράς, βλέπει συχνά ένα παράξενο φως να τρεμοπαίζει μακριά στο πέλαγο, ανάμεσα σε δύο βράχους. Το «άνθος» αυτό δεν είναι πραγματικό λουλούδι, αλλά ένα μυστηριώδες φως που εμφανίζεται τις νύχτες
(Μερικές σκέψεις με ολίγη μαντεία για το μέλλον....)...
Ελαιόλαδο, ένας "ποιοτικός" θησαυρός ο οποίος, όπως πολλοί άλλωστε τομείς της Αγροτικής μας παραγωγής, επίσης περιφρονείται στη χώρα μας, αν κρίνει κανείς από το τι κάνουν οι άλλοι στην περιοχή μας γύρω από την Μεσόγειο, αλλά και πολύ μακρύτερα πλέον, ως την Αμερικανική Ήπειρο και την Κίνα.......
Βουνό τα εγκληματικά λάθη αγροτικής πολιτικής στη χώρα του ήλιου και του θαλασσινού αέρα....
Εκτός από την Κτηνοτροφία που ήδη πλήττεται, μία από τις πολλές "υποψήφιες" παράπλευρες απώλειες, μπορεί να είναι και η ελαιοκομία μας, με την Ελλάδα να φιγουράρει ως ένα από τα προσεχή θύματα....., αν και τώρα, την κατάσταση στην Ελληνική ελαιοκομία και γενικότερα στον Πρωτογενή μας Τομέα δεν την λες και χαρμόσυνη...
ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ
Η παραγωγή ελαιολάδου στη Λατινική Αμερική, με επικεφαλής την Αργεντινή, τη Χιλή και το Περού, είναι αναπτυσσόμενος τομέας που επικεντρώνεται σε φυτικά έλαια υψηλής ποιότητας, αξιοποιώντας μοναδικές συγκομιδές του Νότιου Ημισφαιρίου για να καλύψει τα κενά στην παγκόσμια προσφορά, ειδικά καθώς η Αργεντινή κυριαρχεί στην περιφερειακή αγορά με σύγχρονη εντατική γεωργία στις περιοχές San Juan, Mendoza, Catamarca, Cordoba και La Rioja, όπου οι φυτεύσεις νέων ελαιώνων συνεχίζονται. Η παραγωγή της Αργεντινής το 2024 έφτασε τους 35.000 μετρικούς τόνους (ΜΤ).
Παράλληλα το Περού παρουσιάζει υψηλή παραγωγικότητα σε ελαιόλαδο με 10.000 MT σε μια καλή χρονιά, φυτεύοντας συνεχώςελαιόδενδρα όπου κρίνουν ότι τα ερημοποιημένα εδάφη χρειάζονται προστασία και βελτίωση και υπάρχει νερό για πότισμα στάγδην. Ο κλάδος αυτός στη χώρα βρίσκεται σε άνοδο, κυρίως στην επαρχία της Tacna, κοντά στα σύνορα με την Χιλή, η οποία και αυτή, με αυξητικές τάσεις, παράγει 20-25.000 ΜΤ ελαιόλαδο ετησίως με αρκετές ποσότητες από Περού και Χιλή να πωλούνται στην Βραζιλία όπου η ζήτηση είναι τεράστια. Περιττό να αναφέρω, ότι στην περίπτωση ένταξης της Βραζιλίας και Αργεντινής στην Mercosur, και μελλοντικά των Περού, Χιλής και άλλων (γιατί όχι....), το ελαιόλαδο θα αυξάνεται ωςπαραγωγή και διαθεσιμότητα στην παγκόσμια αγορά, εντείνοντας τον διαγωνισμό, δεδομένου ότι η ζήτηση ήδη είναι αυξημένη για διατροφικούς κυρίως λόγους σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης...
Αργά αλλά σταθερά, η Βραζιλία αναδεικνύεται σε παραγωγό χώρα, αν και σημαντικός εισαγωγέας. Εισάγει 87.900 ΜΤ ελαιόλαδο και 117.330 ΜΤ ελιές (2023) και καταναλώνει 90-100.000 ΜΤ ελαιόλαδο, αλλά και με συνεχώς αυξανόμενη την ακόμη "νήπια" τοπική της παραγωγή (περίπου 550-600
ΜΤ), στις περιοχές Rio Grande do Sul, Minas Gerais, São Paulo και αλλού, με μεγάλους ρυθμούς αύξησης των δένδρων.... Ενώ η Βραζιλία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας ελαιολάδου στον κόσμο, οι φυτεύσεις δένδρων τα τελευταία χρόνια αυξάνεται με ταχύτητες... Η εγχώρια παραγωγή εστιάζει σε εξαιρετικά παρθένα έλαια υψηλής ποιότητας, κερδίζοντας μάλιστα διεθνή βραβεία και αυξάνοντας σταδιακά το μερίδιό της στην τοπική αγορά, παρά τις κλιματικές προκλήσεις και τις ανάγκες προσαρμογής του εδάφους. Οι φυτεύσεις όμως νέων δένδρων στην Βραζιλία γίνεται επιλεκτικά και δεν μπορούν να γίνονται οπουδήποτε, καθότι τα περισσότερα των εδαφών της είναι όξινα, γεγονός που αποτελεί και την βασική διαφορά με την παραμεσογειακή ζώνη.
ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ....
Ο κλάδος του ελαιολάδου στην Λ. Αμερική φαίνεται να επωφελείται από τις τάσεις υγιεινής διατροφής, με τις χώρες αυτές να επενδύουν και στην τεχνολογία επεξεργασίας, για βιώσιμες και αποδοτικές ως προς το νερό πρακτικές για την κάλυψη τόσο της εγχώριας όσο και της "εξαγωγικής" ζήτησης.
Συνολικά μπορούμε να αθροίσουμε ότι από το Περού μέχρι και την Αργεντινή, την Βραζιλία και τη Χιλή, και αυτή την ώρα μπορούμε να μιλάμε για μια παραγωγή της τάξεως των 70-75.000 ΜΤ με αυξητικές τάσεις δενδροφυτεύσεων και παραγωγής. Χωρίς βέβαια να προσθέσω τα εκατομμύρια στρέμματα ελαιώνων, πυκνών ανα μονάδα επιφανείας (θαμνόδενδρων) και αραιών, στις Αραβικές χώρες της Μ. Ανατολής, στο Μαρόκο, στην Β. Αφρική, στο Πακιστάν και στην Κίνα και αλλού....., φαινόμενο με αυξητικές τάσεις σε φυτεύσεις και παραγωγές.
Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Λ. Αμερική είναι κυρίως Ιταλικές, Ισπανικές ακόμη και η Κορωνέικη η «βασίλισσα» των ελληνικών ποικιλιών ελιάς, όπως μας είναι γνωστή...., οι Criolla (Sevillana), η Manzanilla (Manzanillo), η Arbequina, η Picual, η Frantoio και άλλες... Περιττό να αναφέρω τις Ελληνικές Ποικιλίες ακόμη και των Καλαμών στις ΗΠΑ, στο Τέξας και την Καλιφόρνια ακόμα και στο Μεξικό......
ΟΙ ΙΣΠΑΝΟΙ "ΛΑΔΑΔΕΣ" ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ....
Ισπανικές εταιρείες ελαιολάδου επενδύουν και επεκτείνονται ενεργά, αλλά η εστίασή τους επικεντρώνεται κυρίως στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, λόγω της αυξημένης ζήτησης και της επιθυμίας διασφάλισης της προσφοράς έναντι των δασμών, με ορισμένους επενδυτές να διερευνούν την ανάπτυξη σε άλλες περιοχές όπως η Ν. Αμερική, αλλά οι σημαντικές επενδύσεις στη Νότια Αμερική (κυρίως σε Χιλή και Αργεντινή....) δεν παίρνουν και πολύ μεγάλη δημοσιότητα.... Η αύξηση όμως των φυτεύσεων προδίδει τις υφιστάμενες αυξητικές τάσεις.... Σίγουρα όμως ενισχύεται η παρουσία των Ισπανών στις ΗΠΑ και για την αποφυγή εμπορικών φραγμών. Σύμφωνα με τους Olive Oil Times, σημαντικοί Ισπανοί παραγωγοί όπως οι Dcoop και Acesur αγοράζουν γη και δημιουργούν μονάδες εμφιάλωσης στις ΗΠΑ (π.χ. Καλιφόρνια) για να καλύψουν την αυξανόμενη ζήτηση και να παρακάμψουν τους δασμούς.
MERCOSUR: ΑΓΡΟΔΙΑΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΜΑΖΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΠΡΟΣ ΕΕ
Η Συμφωνία Mercosur, είναι παραπάνω από σίγουρο ότι μελλοντικά θα μετατραπεί και σε έναν εμπορικά "βολικό" διάδρομο διακίνησης αγροτικών προϊόντων από Λ. Αμερική προς Ευρώπη (μέσω π.χ. Βραζιλίας και Αργεντινής), ακόμη και "Βραζιλιοποιώντας" και "Αργεντινιοποιώντας" πολλά προϊόντα της Αμερικανικής Ηπείρου και μάλιστα ομοειδή με τα Ευρωπαϊκά, βορά και νότου... με κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Παραγωγή στον Πρωτογενή της Τομέα να υποστεί απελπιστική καθίζηση με ότι αυτό σημαίνει κοινωνικοοικονομικά και από την άποψη της διατροφικής της ασφάλειας....
ΑΔΥΝΑΤΟΥΝ ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΟΥΝ Η' ΣΚΟΠΙΜΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΥΝ
Δεν καταλαβαίνουν, δεν υποπτεύονται, δεν μυρίζονται, δεν έχουν την ικανότητα να συγκεντρώσουν τα μυαλά τους στο πρόβλημα και τις συνέπειες που θα φέρει....
Προς το παρόν ασχολούνται με τα πόσα δις € θα χαρίσουν στο τρύπιο και μάταιο λαήνι της Ουκρανίας και στην μαφία του Ζελένσκι, στο πως θα κοροϊδέψουν τους Ευρωπαίους αγρότες που κραυγάζουν οργισμένα γιατί αφανίζονται χρόνο με τον χρόνο..., στο πως θα κρατήσουν τις υψηλόμισθες καρέκλες τους....
Θλιβερότεροι όλων, η μερίδα των Ευρωπαίων πολιτών (στη χώρα μας ανθεί το είδος....) που ανέχονται, ακόμη και χειροκροτούν αυτή την αυτοκτονική πολιτική της σημερινής Ευρώπης, χλευάζοντας τους εργάτες της γης...., αντί να απαιτούν ανατροπή και επιστροφή στην κανονικότητα και κυρίως στην ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.
Οι εικόνες :
Από το Peru οι πρώτες 6, όπου η έρημος πρασινίζει με ελαιόδενδρα.....
Από την Αργεντινή οι επόμενες 5 με νέες φυτείες να εμφανίζονται συνεχώς
Από την Βραζιλία οι επόμενες 3
και Από την Καλιφόρνια (ΗΠΑ) η τελευταία, με οπωρώνα "ελιάς θάμνου", "εξαιρετικά υψηλής πυκνότητας" (Super high density) από ποικιλίες Αrrbosana, Arbequina και Coratina, στην περιοχή Seka Hills κοντά στο Σακραμέντο...
Σ. Σεκλιζιώτης
Επιπτώσεις αποκάλυψης για τη φύση προβλέπει η μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για φαραωνικό έργο με 98 ανεμογεννήτριες στην Κεντρική Εύβοια
ΛΕΝΑ ΛΥΔΑΚΗ
«Το έργο είναι ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ακατάλληλου χωροταξικού σχεδιασμού σε εθνικό επίπεδο, το οποίο δεν θα πρέπει να αδειοδοτηθεί, καθώς θα εκβιομηχανίσει τη γη με πολύ σοβαρές επιπτώσεις στο έδαφος, στα δάση, στη λειτουργία του οικοσυστήματος και στα είδη». Σε ευθεία σύγκρουση με τη λογική της αειφορίας έρχεται η επιστημονική μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που προειδοποιεί για τις καταστροφικές συνέπειες της εγκατάστασης 98 ανεμογεννητριών στην καρδιά της Κεντρικής Εύβοιας. Με τίτλο
Έφυγε απο κοντά μας ο δήμαρχος Διρφύων Μεσσαπίων Γιώργος Ψαθάς.Ξεχώριζε για τον ευθύ, ακέραιο χαρακτήρα του και την παληκαρίσια στάση που κράτησε ειδικά σε θέματα καταστροφής περιβάλλοντος κόντρα σε μεγάλα και οργανωμένα συμφέροντα.Η κηδεία του Μεσσαπίων Γιώργου θα γίνει αύριο Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου στις 15:00 το μεσημέρι στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Ψαχνών.
Ένα κορίτσι ορφανό δίχως μάνα και πατέρα τριγυρίζει το φτωχό στους δρόμους νύχτα – μέρα τρέμει, τουρτουρίζει και όλο μουρμουρίζει: «Μανούλα μου γλυκιά, όλοι με περιφρονούνε, με κλωτσούν, με αδικούνε! που’ ναι τα δικά σου τα φιλιά; Δες, μανούλα, τι παιχνίδια! Τι πανέμορφα στολίδια! Ποιος εμένα θα μου πάρει μια μικρή – μικρή κουκλίτσα να την έχω συντροφιά μες στην έρημη μοναξιά;»
– Ολόβολη μια κερασιά ξερίζωσε ο Θανάσης. – Τα περιβόλια, ορέ παιδί μ’ επήγες να χαλάσεις; – Πλάνεψα ως την Τριανταφυλλιά, γύρισα όλη τη χώρα από το γιόμα ως τώρα.
Ένα γουρούνι μεγάλωνε η Ασπάσω! Ένα γουρούνι να' ρθουν τα Χριστούγεννα να το σφάξει να φάνε μέρες που ήταν και τ άλλο να το κάνει λουκάνικα να το παστώσει να' χουν τα παιδιά της να τρώνε! Ο άντρας της στην ξενιτιά.
Δεν μπόρεσε να' θρει ούτε και φέτος. Δεν μου δίνουν άδεια της έγραφε. Έστελνε πέντε φράγκα μα που να φτάσουν..
Μια αυτή τρία τα παιδιά δυο πεθερικά κι η μάνα της.
Μέτρα στόματα. Φτάνουν; Αμ δεν φτάνουν έλεγε η Ασπάσω και προσπαθούσε να' χει η κατσαρόλα κάθε μέρα λίγο φαγάκι.
Σύνταξη δεν παίρνανε τα γερόντια μα κάνανε ό,τι περνούσε απ το χέρι τους να προσφέρουν.
Ο πεθερός της έβαζε κηπάρια όλο το χρόνο κι είχαν πάντα της εποχής τα ζαρζαβατικά αλλά δεν φτάνουν τα έρμα μόνο
Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (Μικρό Σουλόπουλο Ιωαννίνων 12 Μαρτίου 1861 – Ιωάννινα 26 Αυγούστου 1937) υπήρξε συγγραφέας και δημοσιογράφος, εκπρόσωπος της ηρωικής και βουκολικής λογοτεχνίας και σημαντική μορφή της λογοτεχνίας της Ηπείρου κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα.
Ένας βασιλιάς, ένας ανιψιός κι ένα αρχαίο έθιμο. Μία δοκιμασία με 12 βασιλόπιτες φτιαγμένες για παλάτια. Ή μήπως όχι;
Ο γέρος-βασιλιάς είναι αγαπητός σε όλο τον κόσμο αλλά είναι πολύ μεγάλος πια για να κυβερνήσει. Παρά τις αντιρρήσεις των συμβούλων του, αποφασίζει να βάλει σε δοκιμασία τον μοναδικό διάδοχό του. Τον ανιψιό του. Ο Ανιψιός πρέπει να καταφέρει να τελέσει με επιτυχία το αρχαίο έθιμο του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων: Να μοιράσει 12 μαγικές βασιλόπιτες στα 12 βασίλεια του κόσμου. Μαζί με τον βοηθό του τον Μπάμπη ξεκινούν ένα απίθανο ταξίδι κι ανακαλύπτουν ότι η πραγματικότητα έξω από το παλάτι είναι πιο πολύπλοκη. Θα τα καταφέρουν, άραγε, να παραδώσουν τις 12 βασιλόπιτες; Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία για την καλοσύνη, την ευρηματικότητα, τη προσφορά, την αλληλεγγύη και, προπαντώς, την γενναιότητα να αμφισβητεί κανείς τη γενική προσδοκία, για να κάνει το σωστό.
Ηλικίες: 5-12 και όλα τα μεγάλα παιδιά. Διάρκεια: 60' Αφήγηση - Σκηνοθεσία: Ευρυδίκη Σαμαρά Κείμενο – Αφήγηση – Μουσική: Τζίνα Καρδιόλακα
Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σα να ’τανε κρύα φωτιά κι
έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα
φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ᾿ όλα τα
καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψώνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε, στ᾿ άλλο έμπαινε.
Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.
Οι μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό από τον κόσμο που φουμάριζε. Ο καφενές τ᾿
Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Είχε μέσα δύο σόμπες και τα
τζάμια ήτανε θαμπά, απ᾿ όξω έβλεπες σαν ήσκιους τους ανθρώπους. Οι μουστερήδες
είχανε βγαλμένες τις γούνες από τη ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραίοι.
Κάθε τόσο άνοιγε η πόρτα και μπαίνανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. Άλλα μπαίνανε,
άλλα βγαίνανε. Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε
το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα, που λένε μοναχά πέντε λόγια
μπρούμυτα κι ανάσκελα, και κείνα παράφωνα.
Αντίκρυ στον μεγάλον καφενέ τ᾿ Ασημένιου ήτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα,
ψαθάδικα και τέτοια. Ίσια-ίσια αντίκρυ στη μεγάλη πόρτα του καφενέ ήτανε ένα μικρό
καφενεδάκι, το πιο φτωχικό σ᾿ όλη την πολιτεία, μία ποντικότρυπα.
Ενώ ο μεγάλος ο καφενές φεγγολογούσε και τα τζάμια ήτανε θολά από τη ζέστη, η
ποντικότρυπα ήτανε σκοτεινή, γιατί η λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία άναβε, μία
έσβηνε, όπως έμπαινε ο χιονιάς από τα σπασμένα τζάμια της πόρτας. Η φιτιλήθρα ήτανε
στραβοβιδωμένη και τσαλαπατημένη σαν το μούτρο του καφετζή, του μπαρμπαΓιαννακού του Χατζή, το φιτίλι στραβοκομμένο, το γυαλί σπασμένο από το ’να μάγουλο
και στην τρύπα είχανε κολλημένο ένα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε με το νου σου τι φως
έδινε μια τέτοια λάμπα! Κάτω τα σανίδια ήτανε σάπια και τρίζανε.
Στον τοίχο ήτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σαν αρχαίαεικονίσματα: το ’να παρίστανε τον Μέγα Πέτρο μέσα σε μία βάρκα που την έδερνε η
φουρτούνα, τ᾿ άλλο τον μάντη Τειρεσία, που μιλούσε με τον Αγαμέμνονα, τ᾿ άλλο τον
Παναγή τον Κουταλιανό που πάλευε με την τίγρη.
Η πελατεία ήτανε συνέχεια με το καφενείο. Όλοι-όλοι ήτανε πέντ᾿ - έξι γέροι σκεβρωμένοι,
σαράβαλα, με κάτι τρύπιες γούνες που δεν τις έπιανε αγκίστρι. Δύο-τρεις ήτανε
γιαλικάρηδες, δηλαδή είχανε καμιά σάπια βάρκα και βγάζανε θαλασσινά για μεζέδες, που
τα λέγανε γιαλικά, γιατί βρίσκουνται στο γιαλό, δηλαδή στα ρηχά νερά. Οι άλλοι ήτανε
φρουκαλάδες, δηλαδή κάνανε φρουκαλιές. Ήτανε και κανένας νεροκουβαλητής και
κανένας καρβουνιάρης. Να, αυτή ήτανε η πελατεία.
Ο βοριάς έμπαινε μέσα με την τρούμπα και
στριφογύριζε τη λάμπα που κρεμότανε από
το μαυρισμένο ταβάνι κι αναβόσβηνε. Από το κρύο τρέμανε οι γέροι και χουχουλίζανε τα
χέρια τους, τα βάζανε κι από πάνω από το τσιγάρο, τάχα για να ζεσταθούνε.
Ο φουκαράς ο καφετζής, για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε από το τεζάκι ίσαμε την πόρτα, με την παλιογούνα ριχμένη από πάνω του, και, για να δώσει
κουράγιο στην πελατεία, εκεί που σουλατσάριζε, τον επίανε το σύγκρυο και χτυπούσανε
τα κατωσάγονά του, κι έσφιγγε απάνω του την παλιοπατατούκα του κι έλεγε:
— Εεεέχ! Μωρέ, ζεστό που είναι το καφενεδάκι μας!…
Ύστερα γύριζε κι έδειχνε τον μεγάλον καφενέ, που καπνίζανε κάργα οι σόμπες, κι έλεγε:
— Αντίκρυ, σκυλί ψοφά από το κρύο…, σκυλί ψοφά!
Ο καημένος ο μπαρμπα-Χατζής!
Απ᾿ όξω περνούσε κόσμος βιαστικός, με γέλια και με χαρές. Από ’δω κι από ’κει
ακουγόντανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά.
Η ώρα περνούσε κι ανάριευε σιγά-σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα-ένα.
Μοναχά μέσα στα μπαρμπεριά ξουριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι.
Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια
και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι
νοικοκυράδες και τα παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες
και κείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες:
Καλήν εσπέραν, Άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ᾿ αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη…
Κι αφού ξιστορούσανε όσα λέγει το Ευαγγέλιο, τον Ιωσήφ, τους αγγέλους, τους
τσομπάνηδες, τους Μάγους, τον Ηρώδη, το σφάξιμο των νηπίων και τη Ραχήλ που
έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια:
Ιδού οπού σας είπαμεν όλην την ιστορίαν,
του Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την αγίαν.
Και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε, κοιμηθείτε,
ολίγον ύπνον πάρετε και πάλιν σηκωθείτε.
Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε,
στην εκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπείτε.
Ν᾿ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν
και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν.
Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας,
ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας.
Και τον σταυρόν σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε,
δότε και κανενός πτωχού, όστις να υστερείταιΔότε κι εμάς τον κόπον μας, ό,τ᾿ είναι ορισμός σας
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.
Και εις έτη πολλά.
Μπαίνανε στο σπίτι με χαρά, βγαίνανε με πιο μεγάλη χαρά. Παίρνανε αρχοντικά
φιλοδωρήματα από τον κουβαρντά τον νοικοκύρη κι από τη νοικοκυρά λογιών-λογιών
γλυκά, που δεν τα τρώγανε, γιατί ακόμα δεν είχε γίνει η Λειτουργία, αλλά τα μαζεύανε
μέσα σε μία καλαθιέρα.
Αβραμιαία πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σαν ξερίχια από τον
πολιτισμό! Πάνε τα καλά χρόνια!
Όλα γινόντανε όπως τα ’λεγε το τραγούδι: Πέφτανε στα ζεστά τους και παίρνανε έναν
ύπνο, ώσπου αρχίζανε και χτυπούσανε οι καμπάνες από τις δώδεκα εκκλησιές της
χώρας. Τι γλυκόφωνες καμπάνες! Όχι σαν τις κρύες τις ευρωπαϊκές, που θαρρείς πως
είναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε όλοι, βάζανε τα καλά τους και πηγαίνανε στην εκκλησιά.
Σαν τελείωνε η Λειτουργία, γυρίζανε στα σπίτια τους. Οι δρόμοι αντιλαλούσανε από
χαρούμενες φωνές. Οι πόρτες των σπιτιών ήτανε ανοιχτές και φεγγοβολούσανε. Τα
τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ άσπρα τραπεζομάντηλα κι είχανε πάνω ό,τι βάλει ο
νους σου. Φτωχοί και πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οι αρχόντοι στέλνανε απ᾿
όλα στους φτωχούς. Κι αντίς να τραγουδήσουνε στα τραπέζια, ψέλνανε το Χριστός
γεννάται, δοξάσατε, Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ορώ
και παράδοξον. Αφού ευφραινόντανε απ’ όλα, πλαγιάζανε ξέγνοιαστοι, σαν τ᾿ αρνιά που
κοιμόντανε κοντά στο παχνί, τότες που γεννήθηκε ο Χριστός, εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας.
Τώρα ας πάμε την ίδια βραδιά στην αντικρινή στεριά, που τρεμοσβήνουνε ένα-δύο μικρά
φωτάκια, πέρα από το πέλαγο, που βογγά από τον άγριο τον χιονιά.
Είναι ένα μαντρί πίσω από μία ραχούλα, κοντά στη θάλασσα, φυτρωμένη από πουρνάρια. Αυτό το μαντρί είναι του Γιάννη του Βλογημένου. Τα πρόβατα είναι
σταλιασμένα κάτω από τη σαγιά και ακούγουνται τα κουδούνια, τιν-τιν, όπως
αναχαράζουνε. Επειδή γεννάνε, οι τσομπαναραίοι παρα-φυλάγουνε και, μόλις γεννηθεί
κανένα αρνί, τ᾿ αρπάνε και το μπάζουνε στο καλύβι και το ζεσταίνουνε στη φωτιά να μην
παγώσει. Απ᾿ όξω φωνάζουνε οι μαννάδες. Η φωτιά ξελοχίζει και το καλύβι είναι σαν
χαμάμι.
Εκεί μέσα βρίσκουνται εξ᾿-εφτά νοματέοι, καθισμένοι γύρω από τον σοφρά. Πρώτος είναι
ο αρχιτσέλιγκας Γιάννης ο Βλογημένος, που, άμα τον δεις, θαρρείς πως βρίσκεσαι
αληθινά στο μαντρί που γεννήθηκε ο Χριστός. Είναι αρχαίος άνθρωπος, αθώος, με γένια
μαύρα, σαν άγιος. Τα ρούχα που φορά είναι βρακιά ανατολίτικα, στα ποδάρια του έχει
τυλιγμένα πετσιά δεμένα με λαγάρες, στο σελάχι του έχει ήσκα και τσακμάκι. Κι οι άλλοι
τσομπάνηδες είναι σαν τον Γιάννη, μονάχα που ο Γιάννης κάθεται με το πουκάμισο, ενώ
οι άλλοι, επειδή βγαίνουνε όξω για να κοιτάζουνε τα νιογέννητα, φοράνε προβιές
προβατίσιες, με το μαλλί γυρισμένο από μέσα.
Αυτοί που κάθουνται στον σοφρά είναι μουσαφιραίοι. Ο ένας είναι ο Παναγής ο
Στριγκάρος, κοντραμπατζής ξακουσμένος για την παλικαριά του. Είχε πάγει για κυνήγι
και νυχτώθηκε στο μαντρί. Με τον Γιάννη γνωριζόντανε από χρόνια κι είχε κοιμηθεί πολλές φορές στη στάνη. Οι άλλοι τρεις ήτανε καρβουνιάρηδες, που κάνανε κάρβουνα
εκεί κοντά. Οι άλλοι δύο ήτανε ψαράδες, ο γερο-Ψύλλος με το γιο του, τον Κωσταντή.
Καθόντανε λοιπόν γύρω στο σοφρά και τρώγανε. Απάνω στο τραπέζι ήτανε κρέατα,
μυτζήθρες ανάλατες, μανούρια, αγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι άλλα πουλιά
του κυνηγιού.
Ο ένας ο καρβουνιάρης ήτανε από τα μπουγάζια της Πόλης, από τη Μάδυτο, κι ήξερε κι
έψελνε καλά, είχε και φωνή γλυκιά και βαριά, τζουράδικη. Έψαλε το Μεγάλυνον, ψυχή
μου, με τέτοιο μεράκι, που κλάψανε οι άλλοι που τον ακούγανε, κι ο Γιάννης ο
Βλογημένος. Το καλύβι γίνηκε σαν εκκλησιά, έλεγες πως εκεί μέσα γεννήθηκε ο Χριστός.
Απ᾿ έξω ο χιονιάς μούγκριζε και τσάκιζε τα ρουπάκια. Ο γερο-Στριγκάρος καθότανε στα
σκοτεινά συλλογισμένος και μασούσε το μουστάκι του. Φορούσε μία κατσούλα από
αστραχάν, μ᾿ όλο που έκανε ζέστη, κι είχε χωμένη την απαλάμη του κάθε χεριού του μέσα
στ᾿ ανοιχτό μανίκι τ᾿ αλλουνού χεριού.
Για μία στιγμή σωπάσανε να κουβεντιάζουνε. Ο Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε το χώμα.
Κούνησε κάμποσο το κεφάλι του, κι άνοιξε το στόμα του κι είπε:
Βρε παιδιά, καλά εσείς, γιορτάζετε τη χάρη Του, είσαστε καλοί άνθρωποι. Αμ εγώ, τι ψυχή
θα παραδώσω, που σκότωσα καμιά κοσαριά ανθρώπους; Ακόμα και γυναίκες ξεκοίλιασα,
και μωρά πράματα χάλασα!
Κανένας δε μίλησε. Ύστερ᾿ από ώρα, σαν να ’τανε μοναχός, ξανακούνησε το κεφάλι του
κι αναστέναξε κι είπε: Άραγες υπάρχει Κόλαση και Παράδεισο;…
Και δάγκασε το μουστάκι του. Ξανακούνησε το κεφάλι του κι είπε μέσα στο στόμα του, σα